ἀγάπη


ἀγάπη
ἡ ἀγάπη 1. (братская) любовь; 2. общая трапеза у древних христиан (ср. личн. имя Αγάπη ≃ лат. Caritas, Любовь)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀγάπη" в других словарях:

  • αγάπη — η любовь – 1) любовь к Богу и ближнему: η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη είναι οι κυριότερες χριστιανικές αρετές вера, надежда и любовь – главные христианские добродетели; ΦΡ. γιά τήν αγάπη τού Χριστού ради Бога /любви Христовой; το φιλί της αγάπης… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἀγάπη — love fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἀ̱γάπη , ἀγαπάω greet with affection imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀγαπάω greet with affection pres imperat act 2nd sg (doric) ἀ̱γάπη , ἀγαπάω greet with affection imperf ind act 3rd sg (epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγάπῃ — ἀγάπη love fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγάπη — (θρησκ.).Στον χριστιανισμό, αρετή που ρυθμίζει έτσι τις σχέσεις των ανθρώπων, ώστε ο οποιοσδήποτε πλησίον να θεωρείται ως ο ίδιος ο εαυτός μας. Η έννοια της α. προϋπήρχε του χριστιανισμού, αλλά ο χριστιανισμός την ολοκλήρωσε διδάσκοντας τη θετική …   Dictionary of Greek

  • αγάπη — η 1. η στοργή, η αφοσίωση σε κάτι: Είχε μεγάλη αγάπη στομικρό του γιο. 2. έρωτας, πόθος: Πεθαίνει από αγάπη. 3. το πρόσωπο που αγαπά κανείς: Παντρεύουν την αγάπη του κι είναι πολύ θλιμμένος. 4. συμφιλίωση: Επιτέλους έκαμαν αγάπη (συμφιλιώθηκαν).… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγάπη — [агали] ουσ. Θ. любовь …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀγαπῇ — ἀγαπάω greet with affection pres subj mp 2nd sg (doric) ἀγαπάω greet with affection pres ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀγαπάω greet with affection pres subj act 3rd sg (doric) ἀγαπάω greet with affection pres ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀγαπάω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγάπαι — ἀγάπη love fem nom/voc pl ἀγάπᾱͅ , ἀγάπη love fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγάπηι — ἀγάπῃ , ἀγάπη love fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαπᾶν — ἀγάπη love fem gen pl (doric aeolic) ἀγαπάω greet with affection pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀγαπάω greet with affection pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀγαπάω greet with affection pres part act masc nom sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαπῶν — ἀγάπη love fem gen pl ἀγαπάω greet with affection pres part act masc voc sg ἀγαπάω greet with affection pres part act neut nom/voc/acc sg ἀγαπάω greet with affection pres part act masc nom sg (attic epic ionic) ἀγαπάω greet with affection pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)